ΑΥΞΗΤΙΚΟΙ ΠΑΡΑΓΟΝΤΕΣ - PRP


ΕΙΣΑΓΩΓΗ

 

2015-09-21 19.12.05.jpgΜια από τις μεγαλύτερες προόδους την τελευταία δεκαετία στην αντιμετώπιση των παθήσεων των μυών, των τενόντων και των αρθρώσεων είναι η έγχυση αυτόλογων αυξητικών παραγόντων. Οι παθήσεις που προσπαθούμε να θεραπεύσουμε στην Ορθοπεδική, όπως  για παράδειγμα οι τενοντίτιδες και οι χόνδρινες βλάβες  αφορούν δομές που  έχουν φτωχή αιμάτωση  και άρα μειωμένη ικανότητα για αυτοεπιδιόρθωση. Οι αυξητικοί παράγοντες στρέφουν τη θεραπεία προς τη βελτιστοποίηση της βιολογίας της πάσχουσας περιοχής με σκοπό να ενισχύσουν τη φυσική διαδικασία επούλωσης του οργανισμού. Μπορούν να χρησιμοποιηθούν στο περιβάλλον του ιατρείου με στόχο να  υποβοηθήσουν τη βιολογική απάντηση του οργανισμού στη νόσο.

               


Αυξητικοί Παράγοντες – Τί είναι?            

Οι αυξητικοί παράγοντες είναι ένα ενέσιμο αυτόλογο προϊόν που παράγεται από το αίμα του ίδιου του ασθενούς. Το αίμα αφού παρασκευαστεί κατάλληλα, δηλαδή  φυγοκεντρηθεί και υποστεί μια διαδικασία αφαίρεσης των ερυθρών αιμοσφαιρίων, μετατρέπεται σε ένα προϊόν πλάσματος πλούσιο σε αιμοπετάλια και αυξητικούς παράγοντες. Συγκεκριμένα οι παράγοντες αυτοί είναι : ο τροποποιητικός αυξητικός παράγοντας β (TGF-b), ο αυξητικός παράγοντας των αιμοπεταλίων (PDGF), ο ινσουλινοειδής αυξητικός παράγοντας (IGF), ο αγγειακός παράγοντας του ενδοθηλίου (VEGF), ο επιδερμικός αυξητικός παράγοντας (EGF) και ο ινοβλαστικός αυξητικός παράγοντας 2 (FGF-2). Υπάρχουν δεδομένα που υποστηρίζουν την ευεργετική δράση αυτών των παραγόντων στην επούλωση του οστίτη ιστού αλλά και των μαλακών μορίων. Κυρίως η δράση τους εντοπίζεται στον πολλαπλασιασμό και στη διαφοροποίηση μεσεγχυματικών κυττάρων καθώς και στην νέο-αγγειογένεση (δημιουργία νέων αγγείων).     

 

Επιστημονικά  Δεδομένα

Πρόσφατες μελέτες απέδειξαν ότι η διαδικασία της επούλωσης των τραυματισμένων ιστών εξαρτάται και καθοδηγείται από τους αυξητικούς παράγοντες. Τα ενεργοποιημένα αιμοπετάλια παράγουν αυξητικούς παράγοντες (PDGF, TGF-β, VEGF, EGF, FGF, IGF-1) καθώς και κυτοκίνες και άλλες πρωτεΐνες που συντελούν στην διαδικασία της επούλωσης προκαλώντας:

  • Προσέλκυση των απαραίτητων για επούλωση κυττάρων στην περιοχή της βλάβης.
  • Πολλαπλασιασμό των κυττάρων αυτών.
  • Διαφοροποίηση των κυττάρων αυτών σε μορφή ανάλογη με τον ιστό επούλωσης .

   

Τι περιλαμβάνει η διαδικασία ?

                Η τοπική έγχυση ενεργοποιημένων αιμοπεταλίων στην περιοχή του τραυματισμού ενισχύει και πολλαπλασιάζει την φυσιολογική διαδικασία επούλωσης του ανθρώπινου σώματος. Συγκεκριμένα, επιταχύνεται η επαναγγείωση της τραυματισμένης περιοχής και τελικά η αναδόμηση και αναγέννηση του τραυματισμένου ιστού.

Σήμερα, η μέθοδος αυτή είναι αποδεκτή και ευρέως χρησιμοποιούμενη σε μεγάλα κέντρα, αλλά και αθλητικά σωματεία του εξωτερικού, για την αντιμετώπιση παθήσεων του αρθρικού χόνδρου (χόνδρινες βλάβες, αρχόμενη αρθρίτιδα), ρήξεων των συνδέσμων όλων των αρθρώσεων (διαστρέμματα), τενοντοπάθειας (τενοντίτιδα, εκφύλιση, μερική ρήξη  τενόντων), μυϊκών τραυματισμών (θλάσεις μυών) αλλά και σε άτονα έλκη από σακχαρώδη διαβήτη και νεκρώσεις δέρματος.

Η μέθοδος συνίσταται στην λήψη μικρής ποσότητας αίματος (10 ml) από μια περιφερική φλέβα του ασθενή, το οποίο κατόπιν φυγοκεντρείται και αφού διαχωριστούν τα ενεργοποιημένα αιμοπετάλια, ενίονται με τοπική έγχυση στην πάσχουσα περιοχή. Η όλη διαδικασία διαρκεί περίπου 20΄, γίνεται στο ιατρείο, δεν χρειάζεται νοσηλεία και δεν έχει τον κίνδυνο αλλεργικής ή άλλης αντίδρασης διότι πρόκειται για παράγωγο του αίματος του ίδιου του ασθενούς, γεγονός στο οποίο οφείλει και τα πολύ καλά αποτελέσματα.

                Τις πρώτες ημέρες μετά την έγχυση μπορεί να υπάρξει τοπικός ερεθισμός και πόνος ως αποτέλεσμα της φυσιολογικής αντίδρασης του οργανισμού στα πλαίσια της διαδικασίας επούλωσης της βλάβης. Τα αποτελέσματα της έγχυσης μεγιστοποιούνται στις 3-4 εβδομάδες μετά. Στο χρονικό αυτό σημείο μπορεί να γίνει και δεύτερη έγχυση. Μέχρι και τρεις εγχύσεις μπορεί να χρειασθούν για το βέλτιστο αποτέλεσμα, ανάλογα με την ηλικία του ασθενούς, το είδος, την εντόπιση και τη βαρύτητα της βλάβης. Σημαντικό είναι κατά τη διάρκεια της θεραπείας να μην λαμβάνονται ταυτόχρονα αντιφλεγμονώδη φάρμακα, διότι επηρεάζουν την φυσιολογική διαδικασία επούλωσης, άρα και την αποτελεσματικότητα της μεθόδου.

 

 Κλινικές Εφαρμογές στην Ορθοπεδική

Οι αυξητικοί παράγοντες φαίνεται ότι έχουν τη δυνατότητα να διεγείρουν και να επιταχύνουν την επούλωση των παθήσεων του μυοσκελετικού συστήματος. Από την προσωπική μου εμπειρία αλλά και από βιβλιογραφικές αναφορές οι αυξητικοί παράγοντες έχουν επιτυχία στη θεραπεία των κάτωθι παθήσεων:

 

Παθήσεις του Ώμου

Σύνδρομο Πρόσκρουσης ώμου

Ρήξη του Στροφικού Πετάλου του ώμου – Ρήξη Υπερακανθίου

Αρθιρίτιδα της Ακρωμιοκλειδικής

Τενοντίτιδα του Δικεφάλου

Παθήσεις Αγκώνα

Επικονδυλίτιδα αγκώνα –Tennis Elbow

Επικονδυλιτιδα αγκώνα – Golfer’s Elbow

Εξάρθρημα αγκώνα – Ρήξη συνδέσμων

 

Παθήσεις Άκρας Χειρός

Τενοντίτιδα De Quervain

Ρήξη ωλένιου πλάγιου συνδέσμου στον αντίχειρα

Παθήσεις Ισχίου

Σύνδρομο Κοιλιακών Προσαγωγών

Σύνδρομο Πρόσκρουσης

Ρήξη Επιχείλιου Χόνδρου - Χονδροπάθεια

Παθήσεις Γόνατος

Τενοντίτιδα επιγονατιδικού ή γόνατο του άλτη (jumpers knee)

Ρήξη έσω πλαγίου συνδέσμου στο γόνατο

Χονδροπάθεια - Αρθρίτιδα

Διαχωριστική Οστεοχονδρίτιδα

Χονδρομαλάκυνση Επιγονατίδας

Ρήξεις Μηνίσκων

Σύνδρομο λαγονοκνημιαίας ταινίας

Παθήσεις Ποδοκνημικής

Τενοντίτιδα Αχιλλείου ή Ρήξη του Αχίλλειου Τένοντα

Ρήξη συνδέσμων σε διαστρέμματα αστραγάλου

Χονδροπάθεια

Πελματιαία απονευρωσίτιδα (άκανθα πτέρνης)

Τενοντίτιδα περονιαίων

Διαβητικό Πόδι – Άτονα Έλκη

 

Τι κερδίζει ο ασθενής;

img-9.jpg

Ο ασθενής κερδίζει μια βιολογική θεραπεία που προέρχεται από το ίδιο του το αίμα, άρα ενέχει καθόλου ή ελάχιστους κινδύνους, και μια λύση που στοχεύει όχι μόνο στην αντιμετώπιση του πόνου, αλλά στην επούλωση της ίδιας της βλάβης.

  

Επίλογος 

img-4.jpgΟι αυξητικοί παράγοντες είναι μια νέα μέθοδος που έχει εφαρμογή στη θεραπεία των παθήσεων των μαλακών μορίων, δηλαδή των  τενόντων, των συνδέσμων, των μυών και των χονδροπαθειών. Στοχεύει στη διέγερση του βιολογικού δυναμικού της πάσχουσας περιοχής ενισχύοντας την επουλωτική διεργασία, ειδικά σε χρόνιες παθήσεις (τενοντίτιδες, χονδροπάθειες), όπου η επουλωτική ικανότητα του οργανισμού είναι μικρή ή έχει εξαντληθεί πλήρως.