ΚΑΤΑΓΜΑΤΑ-ΤΡΑΥΜΑΤΟΛΟΓΙΑ


Κάταγμα ονομάζεται το σπάσιμο ή το ράγισμα των οστών σε οποιοδήποτε σημείο του σώματος. Μπορεί να οφείλεται σε διάφορα αίτια. Τα περισσότερα όμως προκαλούνται από τραυματισμούς, κατά τη διάρκεια αθλητικών δραστηριοτήτων, πτώσεων ή τροχαίων ατυχημάτων. Ο κίνδυνος για κατάγματα αυξάνει σε άτομα που πάσχουν από οστεοπόρωση και είναι φνωστά ως οστεοπορωτικά κατάγματα. Επίσης κατάγματα μπορεί να συμβούν σε οστά που έχουν κάποιον όγκο, και σε αυτή την περίπτωση ονομάζονταιπαθολογικά κατάγματα. Ξεχωριστή κατηγορία αποτελούν τα κατάγματα από καταπόνηση, κατάγματα που προκαλούνται από μικρής έντασης βία που δρα πολλές φορές πάνω σε φυσιολογικό οστούν επι μακρό χρόνο.

Ανάλογα με την κλινική εικόνα διαιρούνται επίσης σε κλειστά, όπου το σπασμένο οστό δεν διαπερνά το δέρμα που το καλύπτει, και ανοικτά (επιπλεγμένα), που το οστό διαπερνά το δέρμα και προβάλλει προς τα έξω. Τα ανοικτά κατάγματα είναι τα πιο σοβαρά γιατί έχουν αυξημένο κίνδυνο μόλυνσης και επίσης είναι πιο πιθανό να έχουν υποστεί βλάβη τα νεύρα ή τα αγγεία της περιοχής. Στα παιδιά είναι συχνό το κάταγμα σαν σπασμένο χλωρό ξύλο,  που το οστό είναι σπασμένο μόνο από τη μια πλευρά, λόγω κάμψης. Διπλά ή διπολικά κατάγματα είναι αυτά στα οποία  υπάρχουν δύο λύσεις που απέχουν όμως μεταξύ τους. Τα συμπιεστικά κατάγματα  συμβαίνουν σε σπογγώδη οστά και οφείλονται σε καθίζηση των δοκίδων τους, όπως είναι τα σπονδυλικά κατάγματα. Κατάγματα –εξαρθρήματα είναι συχνά στη ωμική ζώνη  και χαρακτηρίζονται από το εξάρθρημα μίας άρθρωσης σε συνδυασμό σε  κάταγμα στο ένα από τα δύο οστά που αποτελούν την άρθρωση. Τέλος τα ενδαρθρικά κατάγματα αφορούν τις αρθρικές επιφάνειες των οστών και συνήθως απαιτούν χειρουργική θεραπεία αφούν εάν δεν αποκατασταθεί επιμελώς η αρθρική επιφανεία συχνά η άρθρωση οδηγείται σε αρθρίτιδα με την πάροδο του χρόνου. Τέτοια κατάγματα είναι τα κατάγματα της κεφαλής του βραχιονίου, του κνημιαίου πλατώ, της ποδοκνημικής της, πηχεοκαρπικής άρθωσης κι άλλα.

Τα συμπτώματα του κατάγματος είναι:

  1. Πόνος, ευαισθησία και περιορισμός της κίνησης 
  2. Οίδημα και εκχυμώσεις
  3. Κριγμός (ήχος που παράγεται όταν τα δύο άκρα του οστού τρίβονται μεταξύ τους)
  4.  Αφύσικη κίνηση
  5. Αδυναμία φόρτισης σκέλους, αδυναμία βάδισης

Η διάγνωση είναι συνήθως εύκολη και γίνεται με απλές ακτινογραφίες. Σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να απαιτηθεί πιο εξειδικευμένος απεικονιστικός έλεγχος, όπως η αξονική τομογραφία σε κατάγματα σπονδύλων ή κατάγματα κεφαλής βραχιονίου, και ακόμα μαγνητική τομογραφία, όπως σε κατάγματα σκαφοειδούς οστού.


Η θεραπεία διαφέρει ανάλογα με το αν το κάταγμα είναι κλειστό, ή ανοικτό.

• Κλειστά κατάγματα: η θεραπεία τους περιλαμβάνει:

1. Την ανάταξη του κατάγματος, δηλαδή η τοποθέτηση εκ νέου των δύο άκρων του οστού, τα οποία μπορεί να έχουν μετατοπιστεί, στη σωστή ανατομική τους θέση. Αυτό θα διευκολύνει την επούλωση και την αποκατάσταση της λειτουργίας της περιοχής. Η ανάταξη μπορεί να γίνει με χειρισμούς υπό τοπική ή γενική αναισθησία, με συνεχή σκελετική ή δερματική έλξη ή με χειρουργική επέμβαση.

2. Την ακινητοποίηση, αυτή γίνεται με μεταλλικούς ή πλαστικούς ή γύψινους νάρθηκες, με λειτουργικούς γύψους ή νάρθηκες, με συνεχή έλξη, ή με εσωτερική οστεοσύνθεση (μια κατασκευή με βίδες και ράβδους που συγκρατεί μαζί τα θραύσματα του οστού).

3. Τη λειτουργική αποκατάσταση, που αρχίζει μετά από την ανάταξη του κατάγματος και έχει ως στόχο το να εμποδίσει την ατροφία και τις αγκυλώσεις στις ακινητοποιημένες περιοχές. Συνήθως πρόκειται για ειδικές ασκήσεις και φυσιοθεραπεία. Συνεχίζεται και μετά από την άρση της ακινητοποίησης, μέχρι η περιοχή να ανακτήσει πλήρως την προηγούμενη λειτουργικότητα.

• Ανοικτά κατάγματα:

Στα ανοικτά κατάγματα, μετά την αρχική αντιμετώπιση ο ασθενής πρέπει να λάβει αντιτετανικό ορό και εμβόλιο και ενδοφλέβια αντιβίωση, γιατί η πιθανότητα για λοίμωξη είναι πολύ μεγάλη. Στη συνέχεια χρειάζονται άμεση χειρουργική αντιμετώπιση (θεωρούνται χειρουργικό επείγον). Στο χειρουργείο, ο ειδικός γιατρός (ορθοπαιδικός-τραυματολόγος) θα αφαιρέσει πρώτα νεκρούς ιστούς και τα πολύ μικρά θραύσματα οστών, θα πλύνει, θα καθαρίσει και θα απολυμάνει τους ιστούς. Στη συνέχεια θα ανατάξει το κάταγμα, και θα το ακινητοποιήσει χρησιμοποιώντας είτε λάμες και βίδες (εσωτερική οστεοσύνθεση) ή μια κατασκευή από καρφιά και ράβδους που σε κάποιες περιπτώσεις προβάλει έξω από το σώμα (εξωτερική οστεοσύνθεση). Στη συνέχεια συρράβει τα τραυματισμένα μαλακά μόρια, ώστε η πληγή να κλείσει αν είναι δυνατόν. Αν τα μαλακά μόρια και το δέρμα έχουν καταστραφεί, για τη σύγκλειση της πληγής θα χρειαστούν μέθοδοι πλαστικής χειρουργικής, με μοσχεύματα από άλλες περιοχές.